Τελευταία Νέα
Διεθνή

Εκλογικός εφιάλτης 25 ημερών: Δύο πολιτείες τρόμαξαν τον Trump και έσπευσε να «παγώσει» τα χτυπήματα κατά του Ιράν έως 3/11

Εκλογικός εφιάλτης 25 ημερών: Δύο πολιτείες τρόμαξαν τον Trump και έσπευσε να «παγώσει» τα χτυπήματα κατά του Ιράν έως 3/11
Η σημαντικότερη πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο δεν προέρχεται αποκλειστικά από τα πεδία των μαχών - Προέρχεται από το εσωτερικό των ΗΠΑ 
Η απόφαση του Donald Trump να ανακοινώσει αποκλεισμό νέων αμερικανικών πληγμάτων κατά του Ιράν πριν από τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της αμερικανικής στρατηγικής.
Ο πόλεμος που παρουσιάστηκε ως επιχείρηση γρήγορης επικράτησης εξελίσσεται σε οικονομική και πολιτική δοκιμασία για τον Λευκό Οίκο, ενώ η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά διαπραγματευτικά χαρτιά.

Από τις υποσχέσεις γρήγορης νίκης στον φόβο των εκλογών


Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Donald Trump ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να εξαπολύσουν νέες επιθέσεις εναντίον του Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 αναδεικνύει το βαθύ πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η αμερικανική κυβέρνηση.
Στις 8 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε μέσω Truth Social πως η Ουάσιγκτον πραγματοποιεί παραγωγικές συνομιλίες με την Τεχεράνη και ότι δεν θα προχωρήσει σε νέα στρατιωτική επίθεση πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθάρισε ότι ο οικονομικός και ναυτικός αποκλεισμός του Ιράν θα συνεχιστεί.
Η αντίφαση είναι εμφανής: Ο Trump ανακοινώνει προσωρινή αποχή από νέους βομβαρδισμούς, αλλά διατηρεί ενεργούς τους μηχανισμούς οικονομικού πολέμου και στρατιωτικής πίεσης.
Η απόφαση λαμβάνεται ενώ ο πόλεμος, που άρχισε στις 28 Φεβρουαρίου με αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, έχει ήδη διαρκέσει περισσότερο από επτά μήνες, διαψεύδοντας τις αρχικές προσδοκίες για σύντομη στρατιωτική επιχείρηση.
Το γεγονός ότι η ημερομηνία των αμερικανικών εκλογών αναφέρεται ρητά σε μια ανακοίνωση για στρατιωτικές επιχειρήσεις δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη σχέση μεταξύ εθνικής στρατηγικής και κομματικών υπολογισμών.
trump_b_4.webp

Ο πόλεμος επιστρέφει στον Αμερικανό καταναλωτή

Η σημαντικότερη πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο δεν προέρχεται αποκλειστικά από τα πεδία των μαχών.
Προέρχεται από τα πρατήρια καυσίμων, τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.
Οι τιμές της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται γύρω στα 4,36 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ το πετρέλαιο κίνησης παραμένει ακριβό.
Οι επιπτώσεις των ενεργειακών ανατιμήσεων μεταφέρονται στις μεταφορές, στην παραγωγή και στις τελικές τιμές καταναλωτικών αγαθών.
Για έναν πρόεδρο που υποσχέθηκε οικονομική ευημερία, η κατάσταση αποτελεί σοβαρή πολιτική αντίφαση.
Σύμφωνα με δημοσκοπικά στοιχεία που παρουσίασε το CNN, περισσότεροι από επτά στους δέκα ερωτηθέντες στις πολιτείες Αϊόβα και Οχάιο θεωρούν ότι οι πολιτικές Trump έχουν επιβαρύνει το κόστος ζωής.
Η δυσαρέσκεια αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή πρόκειται για πολιτείες στις οποίες ο Trump είχε καταγράψει ισχυρές εκλογικές επιδόσεις το 2024.
Η ανησυχία είναι διάχυτη στους Ρεπουμπλικάνους. Εάν καταγράφουν τέτοια αποτελέσματα σε πολιτείες - προπύργια, η εικόνα στις άλλες πολιτείες είναι εφιαλτική.
Ο αναλυτής του CNN Stephen Collinson επισημαίνει ότι ο πόλεμος έχει μετατραπεί από αναμενόμενο στρατηγικό πλεονέκτημα σε σημαντικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικάνους.
Ακόμη και υποψήφιοι του κυβερνώντος κόμματος αντιμετωπίζουν πλέον το ερώτημα γιατί οι Αμερικανοί πολίτες πρέπει να υφίστανται αυξημένο οικονομικό κόστος για έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος.
ohio_iowa.jpg

Το Ιράν και το οικονομικό όπλο του Hormuz


Η Τεχεράνη, παρά τις βαριές στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική δυνατότητα επηρεασμού των εξελίξεων.
Το στρατηγικό στενό του Hormuz αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα διαπραγματευτικά της πλεονεκτήματα.
Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα, οι επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων και η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές μεταφορές διατηρούν το κόστος της αντιπαράθεσης υψηλό για την παγκόσμια οικονομία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί να ελέγχει πλήρως την κατάσταση ή ότι οι ενέργειές του δεν προκαλούν σοβαρές απώλειες και κινδύνους.
Σημαίνει, όμως, ότι η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε απόλυτο οικονομικό και πολιτικό έλεγχο.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, ενώ η Τεχεράνη μπορεί να αυξάνει το κόστος της αμερικανικής στρατηγικής μέσω της αστάθειας στις θαλάσσιες μεταφορές.
Πρόκειται για έναν αμοιβαία επιζήμιο οικονομικό πόλεμο.
Η αδυναμία του Λευκού Οίκου να εξασφαλίσει ταυτόχρονα στρατιωτική πίεση, χαμηλές ενεργειακές τιμές και πολιτική σταθερότητα αποκαλύπτει τα όρια της πολιτικής εξαναγκασμού.

states.jpg
Η στρατηγική των κυρώσεων χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα

Ο Trump επιμένει ότι οι αμερικανικές πιέσεις έχουν αποδυναμώσει οικονομικά και στρατιωτικά το Ιράν.
Αυτή η εκτίμηση δεν στερείται πραγματικής βάσης.
Οι κυρώσεις, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι περιορισμοί στις εξαγωγές έχουν επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην ιρανική οικονομία.
Ωστόσο, το βασικό ζήτημα είναι διαφορετικό.
Έχει αναγκαστεί η Τεχεράνη να αποδεχθεί τις ουσιαστικές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον;
Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η οικονομική πίεση έχει οδηγήσει σε μια συμφωνία με τους όρους που επιδιώκει η αμερικανική πλευρά.
Η ιρανική ηγεσία εξακολουθεί να υπερασπίζεται το δικαίωμά της στον εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ η Ουάσιγκτον επιμένει ότι δεν θα επιτρέψει την απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Η διαφορά ανάμεσα στην πρόκληση οικονομικών ζημιών και στην επίτευξη στρατηγικών στόχων είναι καθοριστική.
Μια κυβέρνηση μπορεί να επιβάλει υψηλό κόστος σε έναν αντίπαλο χωρίς να κατορθώνει να αλλάξει τις βασικές πολιτικές του επιλογές.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Trump.
us_8.jpg

Το εκλογικό ημερολόγιο ως οδηγός στρατιωτικών αποφάσεων


Η σύνδεση των στρατιωτικών αποφάσεων με την 3η Νοεμβρίου αναδεικνύει ένα θεσμικό και πολιτικό ζήτημα.
Η στρατιωτική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται με γνώμονα τον περιορισμό της εκλογικής ζημιάς ενός κόμματος.
Βεβαίως, κάθε κυβέρνηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη την κοινή γνώμη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παρατεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η δημόσια υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξουν νέες επιθέσεις μέχρι μια συγκεκριμένη εκλογική ημερομηνία γεννά εύλογες απορίες.
Εάν μια νέα στρατιωτική επίθεση είναι αναγκαία για την αμερικανική ασφάλεια, γιατί πρέπει να καθυστερήσει μέχρι την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας;
Και εάν δεν είναι αναγκαία πριν από τις εκλογές, τι θα την καταστήσει αναγκαία αμέσως μετά;
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις δικαιολογούν την παύση νέων επιθέσεων.
Πρόκειται για μια εξήγηση που πρέπει να εξεταστεί σοβαρά.
Αλλά η απουσία σαφούς στρατηγικής εξόδου από τον πόλεμο ενισχύει τις υποψίες ότι το εκλογικό κόστος επηρεάζει καθοριστικά τους χειρισμούς.

trump_empty.jpg
Η απειλή νέων βομβαρδισμών μετά τις κάλπες

Η αναστολή των επιθέσεων δεν ισοδυναμεί με οριστικό τερματισμό του πολέμου.
Δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων ενημέρωσης αναφέρουν ότι το Πεντάγωνο έχει προετοιμάσει επιλογές για επανέναρξη μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η ενίσχυση της αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης.
Η ανάπτυξη πρόσθετων αεροπλανοφόρων και δυνάμεων πεζοναυτών δεν αποτελεί απόδειξη ότι έχει ληφθεί τελική απόφαση επίθεσης.
Δείχνει, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί να διατηρήσει τη δυνατότητα στρατιωτικής δράσης.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό: διπλωματικές συνομιλίες υπό συνεχή στρατιωτική απειλή.
Εάν οι Δημοκρατικοί ενισχύσουν τη θέση τους στο Κογκρέσο, ενδέχεται να προκύψουν εντονότερες αντιπαραθέσεις για τη χρηματοδότηση και τη νομιμοποίηση των επιχειρήσεων.
Ακόμη, όμως, και χωρίς αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, παραμένει το βασικό ερώτημα: ποιος είναι ο τελικός πολιτικός στόχος των αμερικανικών επιχειρήσεων;

Η μεγάλη αντίφαση της αμερικανικής ηγεσίας


Ο Donald Trump εξακολουθεί να παρουσιάζει την οικονομική και στρατιωτική πίεση ως εργαλείο που μπορεί να οδηγήσει το Ιράν σε συμφωνία.
Ωστόσο, η μέχρι τώρα εξέλιξη της σύγκρουσης αποκαλύπτει ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει μεγαλύτερη ικανότητα πρόκλησης καταστροφών από ό,τι επίτευξης μιας βιώσιμης διευθέτησης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική υπεροχή, αλλά δεν έχουν εξασφαλίσει τον πολιτικό τερματισμό του πολέμου.
Η συνέχιση της πίεσης μπορεί να αποδυναμώνει το Ιράν, ταυτόχρονα όμως επιβαρύνει τους Αμερικανούς καταναλωτές, αυξάνει την περιφερειακή αστάθεια και δημιουργεί νέους κινδύνους για τη διεθνή οικονομία.
Το πραγματικό πρόβλημα του Trump δεν είναι μόνο ότι ο πόλεμος έγινε αντιδημοφιλής. Είναι ότι η κυβέρνησή του δεν έχει παρουσιάσει πειστική απάντηση για το πώς θα μετατρέψει τη στρατιωτική ισχύ σε σταθερή ειρήνη.
Η απόφαση αναβολής των νέων επιθέσεων μέχρι τις εκλογές μπορεί να περιορίσει προσωρινά τον κίνδυνο κλιμάκωσης.
Δεν εξαλείφει, όμως, τις βαθύτερες αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής.
Και όσο η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως συνδυασμό στρατιωτικής πίεσης και επικοινωνιακής διαχείρισης, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εξηγήσει γιατί η συνέχισή του εξυπηρετεί πραγματικά τα συμφέροντα των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης